Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts

 Η κριτική του The New Republic για το νέο memoir της Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts, επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα εκτενές και λεπτομερές αυτοβιογραφικό έργο — αλλά και ένα βιβλίο που παραμένει περίεργα σιωπηλό σε μερικά από τα σημαντικότερα ζητήματα της ζωής της συγγραφέως.


Το νέο αυτό βιβλίο (624 σελίδων) έρχεται αρκετά χρόνια αφότου η Atwood είχε δηλώσει ότι δεν σχεδιάζει να γράψει απομνημονεύματα, επειδή — όπως είχε πει — «τα πιο ενδιαφέροντα μέρη της ζωής των συγγραφέων είναι πριν γίνουν γνωστοί». Τελικά, στα 86 της, αποφάσισε να το κάνει προκειμένου να εξερευνήσει τις πολλές διαφορετικές εικόνες του εαυτού της: την παιδική, τη νεανική, τη συγγραφική, τη διάσημη, ακόμα και εκείνη που έχει σχηματιστεί από συγκεκριμένες απόψεις του κοινού και της κριτικής.


Από την αρχή της κριτικής ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το βιβλίο είναι γεμάτο με λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής — τόσο μικρές που έχει κανείς την αίσθηση ότι η Atwood θυμάται ακόμα και τις πιο ασήμαντες στιγμές, όπως την επισκευή μιας τουαλέτας όταν ένας παραγωγός κινηματογράφου τηλεφώνησε. Οι λεπτομέρειες αυτές, παρά την πληθώρα τους, δεν γίνονται ποτέ βαρετές· αντίθετα, δημιουργούν ένα μοναδικό, γοητευτικό και αινιγματικό πορτρέτο.


Η κριτική διακρίνει ένα δύο μέρη στη δομή του βιβλίου. Το πρώτο — και, για τον συγγραφέα του άρθρου, το καλύτερο — παρουσιάζει την παιδική και νεανική ζωή της Atwood: την ανατροφή στη βόρεια επαρχία του Καναδά, την εκπαίδευση, τη σχέση με τους γονείς της αλλά και τις πρώτες της προσπάθειες στη λογοτεχνία. Οι παρατηρήσεις της για το σύστημα της παιδικής ηλικίας, για το πώς διαμορφώθηκε η σκέψη της, και για το πώς αντιμετώπισε τον κόσμο γύρω της είναι τόσο ζωντανές που θα μπορούσαν να σταθούν από μόνες τους ως μια μικρή αυτοτελής λογοτεχνική αφήγηση.


Στο δεύτερο μέρος, καθώς το βιβλίο προχωρά στην ενήλικη ζωή και στη φήμη της Atwood, η κριτική παρατηρεί ότι η αφήγηση γίνεται πιο απελευθερωμένη, αλλά και πιο αλαζονική. Η Atwood φαίνεται να θεωρεί δεδομένη την ευνοϊκή υποδοχή του έργου της και δεν διστάζει να σχολιάζει με μια δόση breezy ad hominem την κριτική που έχει δεχτεί κατά καιρούς. Για παράδειγμα, αφιερώνει σελίδες για να αντικρούσει μια παλιά κριτική δημοσιογράφου δημοσιεύοντας σχεδόν mind-reading αναλύσεις για τα κίνητρα και τους χαρακτήρες άλλων — μια κίνηση που ο κριτικός βρίσκει αν όχι υπερβολική, τουλάχιστον αξιοπερίεργη.


Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται από την ανάλυση της κριτικής είναι ότι η Atwood αφιερώνει εξαιρετικά πολύ χώρο σε προσωπικές λεπτομέρειες και καθημερινά γεγονότα, ακόμη και αυτά που οι περισσότεροι αναγνώστες θα θεωρούσαν ασήμαντα. Ωστόσο, είναι σχετικά λιγότερο εκτενής όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για μεγαλύτερα, σημαντικότερα ερωτήματα: για παράδειγμα, για τις μάχες και τις αντιφάσεις που αντιμετώπισε συστηματικά στη ζωή της — για τη θέση της ως γυναίκας στη λογοτεχνία, για τις εσωτερικές συγκρούσεις της, ή για την υποδοχή ορισμένων σημαντικών σχέσεων και στιγμών στην καριέρα της. Αυτή η πρωτοφανής σιωπή για τα μεγάλα θέματα κάνει τον κριτικό να υποστηρίξει ότι, αν και το βιβλίο είναι εξαιρετικό όσον αφορά την αφήγηση των «λεπτών στιγμών», συχνά αποφεύγει να διερευνήσει βαθύτερα τους εσωτερικούς κόσμους και τις αντιθέσεις που θα περίμενε κανείς από μια τέτοια επιβλητική μορφή της λογοτεχνίας.


Η κριτική από το The New Republic βλέπει το Book of Lives ως ένα πολύ πλούσιο σε λεπτομέρειες, αυθόρμητο, και συχνά αποκαλυπτικό βιβλίο, γεμάτο από συναρπαστικές στιγμές και περίεργες αυτοαναφορές. Ταυτόχρονα, όμως, υπογραμμίζει ότι η Atwood παραμένει αινιγματική σε ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της ύπαρξής της, αφήνοντας τον αναγνώστη να επιθυμεί περισσότερη εσωτερική ανάλυση, αυτοκριτική και βαθύτερη αναζήτηση των προσωπικών και πολιτιστικών αντιφάσεων που διαμόρφωσαν τη ζωή και το έργο της

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Όλοι θέλουν να είναι ο Thomas Bernhard



Το άρθρο του Oscar Dorr "Everybody Wants to be Thomas Bernhard" επιχειρεί να περιγράψει μια παράδοξη αλλά εύγλωττη τάση της σύγχρονης λογοτεχνίας: την επιστροφή, σχεδόν εμμονική, στο ύφος και τη μορφή του Thomas Bernhard από νεότερους συγγραφείς που γράφουν σε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από εκείνον του Αυστριακού συγγραφέα. Η τάση αυτή δεν παρουσιάζεται ως απλή λογοτεχνική επιρροή, αλλά ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης κρίσης της λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα.


Το άρθρο ξεκινά από μια διαπίστωση: η λογοτεχνία σήμερα μοιάζει να έχει απολέσει την κοινωνική της κεντρικότητα. Σε μια εποχή όπου το διαδίκτυο, οι πλατφόρμες και οι αλγόριθμοι καθορίζουν τη δημόσια σφαίρα, το μυθιστόρημα φαίνεται συχνά περιθωριακό, αν όχι παρωχημένο. Τα βιβλία σπανίως διαμορφώνουν δημόσιες συζητήσεις και η ίδια η πράξη της συγγραφής μυθιστορήματος μοιάζει σχεδόν αναχρονιστική. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, πολλοί συγγραφείς στρέφονται προς το παρελθόν, αναζητώντας ένα σταθερό αισθητικό πρότυπο.


Εδώ εμφανίζεται ο Thomas Bernhard ως εμβληματική φιγούρα. Συγγραφέας βαθιά απαισιόδοξος, με μακροσκελείς προτάσεις, επαναληπτικούς μονολόγους και χαρακτήρες που καταβυθίζονται στην αυτοπαρατήρηση και τη μισανθρωπία, ο Bernhard φαίνεται να προσφέρει ένα έτοιμο μοντέλο για τη λογοτεχνική έκφραση της αποξένωσης. Παρότι έγραψε σε έναν εντελώς διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό ορίζοντα, το ύφος του μοιάζει να ταιριάζει με το υπαρξιακό άγχος της ψηφιακής εποχής.


Το άρθρο αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα σύγχρονων βιβλίων που αντλούν εμφανώς από τον Bernhard, όπως έργα των Sebastian Castillo, Jordan Castro και Zoe Dubno. Σε αυτά τα βιβλία συναντά κανείς γνωστά Bernhardian μοτίβα: αφηγητές αποκομμένους από τον κόσμο, έντονη αυτοαναφορικότητα, διαρκή δυσφορία απέναντι στην κοινωνία και έναν λόγο που περιστρέφεται εμμονικά γύρω από τον ίδιο του τον εαυτό. Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι αυτή η μίμηση συχνά περιορίζεται στη μορφή και όχι στην ουσία.


Ο Thomas Bernhard δεν υπήρξε απλώς ένας στυλίστας της γλώσσας. Το έργο του ήταν άρρηκτα δεμένο με την αυστριακή μεταπολεμική πραγματικότητα, με τη σιωπή γύρω από τον ναζισμό, με την προσωπική του εμπειρία ασθένειας, φτώχειας και κοινωνικής απόρριψης. Η πικρία και η οργή του δεν ήταν αισθητική πόζα, αλλά προϊόν ιστορικής και υπαρξιακής σύγκρουσης. Όταν αυτά τα στοιχεία αποσπώνται από το πλαίσιό τους και μεταφέρονται αυτούσια στο σήμερα, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε παρωδία ή σε άσκηση ύφους.


Η βασική κριτική του άρθρου είναι ότι πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς συγχέουν τη λογοτεχνική σοβαρότητα με τη μίμηση ενός «σκοτεινού» ύφους. Αντί να αναμετρηθούν πραγματικά με τις συνθήκες της εποχής τους, υιοθετούν μια ήδη δοκιμασμένη φόρμα, ελπίζοντας ότι αυτή θα προσδώσει βάθος στα έργα τους. Όμως, χωρίς το ιστορικό βάρος και τη ριζική αναγκαιότητα που χαρακτήριζε τον Bernhard, το αποτέλεσμα συχνά παραμένει επιφανειακό.


Το άρθρο καταλήγει με μια έμμεση προτροπή: η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη από νέους Bernhard, αλλά από συγγραφείς που θα τολμήσουν να βρουν νέες μορφές για να μιλήσουν για τον σημερινό κόσμο. Η μίμηση του παρελθόντος μπορεί να είναι παρηγορητική, αλλά σπάνια είναι δημιουργική. Αν η λογοτεχνία θέλει να ξαναβρεί τη σημασία της, οφείλει να αντιμετωπίσει τη σύγχρονη κρίση όχι με δανεισμένες φωνές, αλλά με καινούριες.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Θωμάς Κοροβίνης «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή», εκδόσεις: Άγρα

 



Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

«Πώς να σε φτάσω, πώς να σου μιλήσω, πώς να γράψω, όπως έμαθες να γράφεις και ν’ αποτυπώνεσαι πάνω στους καθρέφτες των ψυχών μας;»

Ο Θωμάς Κοροβίνης στέλνει ένα ολιγοσέλιδο γράμμα στον συντοπίτη του φιλόλογο, πεζογράφο και ποιητή Γιώργο Ιωάννου (1927-1985), τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει αλλά τον διάβασε στο πανεπιστήμιο στα μαθήματα του καθηγητή Γιώργου Σαββίδη. Ο Κοροβίνης μελέτησε τα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, φαίνεται άλλωστε από τα βιβλία του, πόσο διαφορετικά είναι κάθε φορά, αλλά και πόσο ξεχωρίζει η διαχρονική, ελληνική, γλώσσα του. Στο γράμμα προς τον αδελφό Ιωάννου αναφέρεται στις ιστορίες του σαλονικιού πεζογράφου, στην πορεία του αδικοχαμένου συγγραφέα, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την ιστορία της πόλης, τα πάθη των λαϊκών ανθρώπων, τις επιθυμίες τους. Ένα γράμμα συγκινητικό για μια εποχή που αργοσβήνει, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη στους νεότερους που η κιβωτός της γλωσσικής τους επάρκειας είναι πια οι τηλεοπτικές σειρές. Ο Κοροβίνης, διασώστης της ελληνικής παιδείας και παράδοσης, κάνει το χρέος του, εκδίδει τακτικά βιβλία, έχοντας μπροστάρη τον αδελφό Ιωάννου και συνοδοιπόρους μερικούς ακόμη ανθρώπους των γραμμάτων που τους κατονομάζει στο βιβλίο. Μια ελεγειακή κατάθεση, μια σειρήνα στην ερημιά της πολιτιστικής αφωνίας, ένα μπουκάλι ριγμένο στον ωκεανό που κουβαλάει το μοναδικό μήνυμα του εκλεκτού συγγραφέα.






Αγγελική Σπηλιοπούλου, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Θανάσης Μήνας, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Κώστας Αθανασίου, Κώστας Καραβίδας, Μανώλης Πιμπλής, Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Τιτίκα Δημητρούλια

Όχι, δεν είναι μια λίστα με τα «καλύτερα βιβλία της χρονιάς». Στις δύο αυτές σελίδες, συνεργάτες/ριες της Εποχής δίνουν τη δική τους απάντηση στην προτροπή «πες ένα βιβλίο» και εξηγούν με λίγες λέξεις γιατί θεωρούν σημαντική την έκδοσή του, ο καθένας και η καθεμία με τα δικά του/της κριτήρια: είτε από λογοτεχνική σκοπιά, είτε από φιλολογική, είτε από θεωρητική, είτε επειδή κάποια βιβλία, πέρα απ’ όλα τα άλλα, είναι και «απαραίτητα» ως παρεμβάσεις.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Σον Χιούιτ «Ανοίξτε, ουρανοί», μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις: Στερέωμα, 2025



 Ένας ύμνος στις πρώτες, ατελέσφορες αγάπες

Δεκ 7, 2025 


Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης



Αν οι περισσότερες ιστορίες ενηλικίωσης και του πρώτου έρωτα δεν διαφέρουν πολύ, τότε απομένει ο τρόπος που θα λεχθούν, η εποχή και ο τόπος που τις διαμόρφωσαν. Στις αντίστοιχες γκέι ιστορίες βασικό στοιχείο παραμένει η δυσκολία της αποδοχής από τον οικογενειακό κύκλο και της ένταξης στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.


Ο Ιρλανδός Σον Χιούιτ (Seán Hewitt), γεννημένος το 1990, βάζει τον δεκαεξάχρονο ήρωά του, τον Τζέιμς, από ένα χωριό της Βόρειας Αγγλίας, το Θορνμίαρ, να ερωτεύεται παθιασμένα τον συνομήλικό του Λουκ που ζει σε γειτονικό αγρόκτημα με τους θείους του. Ο πατέρας του Λουκ είναι απών από τη ζωή του –βρίσκεται στη φυλακή– ενώ η μητέρα του τους είχε εγκαταλείψει από καιρό. Ο Τζέιμς δουλεύει σκληρά τα παγωμένα πρωινά μοιράζοντας γάλα στα κατώφλια του χωριού, «μια ακόμη ταπείνωση στον δρόμο προς τον κόσμο των ενηλίκων», πηγαίνει μετά στο σχολείο, κάποια στιγμή αποκαλύπτει το «μυστικό» του, συναναστρέφεται περισσότερο τα κορίτσια, ενώ οι συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν. Σταδιακά πάντως τον συνηθίζουν, όμως ο Τζέιμς απομονώνεται εντελώς από το σχολικό περιβάλλον, νοιάζεται αποκλειστικά και μόνον για τον γοητευτικό και βαρύθυμο Λουκ που παράτησε το σχολείο περιφέροντας τη βαριεστημένη εφηβεία του πέρα δώθε, στη φύση και στους δρόμους. Ο Λουκ, ένας περαστικός και «φιλοξενούμενος», θα παραμείνει στο χωριό έναν ολόκληρο χρόνο, αφήνοντας όμως ένα ανεξίτηλο στίγμα στον Τζέιμς.


Οι νευρώσεις του Τζέιμς κορυφώνονται, αυτοτραυματίζεται στα χέρια, συνταράζεται κάθε φορά που φαντασιώνεται και λαχταρά τον Λουκ. Όταν θα γνωριστούν καλύτερα, θα περιπλανηθούν στους αγρούς και στα κανάλια, θα αποδράσουν στο δάσος προσπαθώντας να ξεφύγουν από το ασφυκτικό τους περιβάλλον. Μάλιστα, για τον Λουκ αιωρείται μόνιμα η πιθανότητα να εμφανιστεί ξαφνικά ο πατέρας του και να τον πάρει πίσω. Αυτή η απειλή, στη φαντασία του Τζέιμς, μετασχηματίζεται σε μια ανθρώπινη σκιά που παραμονεύει πίσω από τα δέντρα ή κρύβεται κάτω από γεφύρια και τον κατατρομάζει.


Μην περιμένετε μια συνταρακτική πλοκή, το βασικό μοτίβο παραμένει ο ανολοκλήρωτος έρωτας του Τζέιμς με τον Λουκ στο πέρασμα των τεσσάρων εποχών· έτσι βιβαλντικά διαχωρίζεται η ιστορία τους. Οι τέσσερις εποχές περιγράφονται με έναν απίστευτο λυρισμό αλλά και ρεαλισμό, κατονομάζονται φυτά, δέντρα, ζώα, οτιδήποτε βλασταίνει ή κινείται γύρω τους και πάντα μέσα από τη διερευνητική ματιά του Τζέιμς. Παρόμοια λογοτεχνικά σκηνικά, όπου η αγγλική φύση καθορίζει τη συμπεριφορά των χαρακτήρων, συναντάμε στα μυθιστορήματα του Ντ. Χ. Λόρενς, του Άλαν Χόλινγκχερστ, του Τόμας Χάρντι, στους υγρότοπους του Γκράχαμ Σουίφτ. Η αποθέωση της γλώσσας ως μια ποιητική του πόθου και της ερωτικής αφύπνισης είναι μοναδική στο μυθιστόρημα. Λες και δεν υπάρχουν εσωτερικοί χώροι, λες και το ξύπνημα του σώματος και της καρδιάς ξεκινάει μόλις ξεφύγουν οι έφηβοι από το σπίτι τους πετώντας τα στιγματισμένα σεντόνια των εφηβικών ονειρώξεων.


Ο συγγραφέας είναι ένας βραβευμένος ποιητής, διδάσκει στο Trinity College του Δουβλίνου και είναι μέλος της Royal Society of Literature. To Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο του πεζογράφημα που «διαβάζει» αριστοτεχνικά τη λογοτεχνική αγγλική παράδοση. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Τζέιμς τα διηγείται όλα αυτά είκοσι χρόνια μετά αφότου συνέβησαν, προσδίνοντας μια διαφορετική διάσταση της υπαίθρου και της αγροτικής κοινωνίας· ταυτόχρονα καταγράφει και την εξέλιξη στις ομοφυλόφιλες σχέσεις αφού, όταν ο Τζέιμς επιστρέφει στο χωριό του, είναι ήδη χωρισμένος χωρίς να κατονομάζει καν τον πρώην σύζυγο. Η σκέψη του Τζέιμς είναι ακόμη κολλημένη στον τόπο της εφηβείας, στον τόπο του «μυστικού» του, της αξεπέραστης εμπειρίας όταν, παρέα με τον Λουκ, προσπάθησαν να διερευνήσουν τον δικό τους κόσμο κινούμενοι σε μια γκρίζα και ανασφαλή ζώνη συναίνεσης. Το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα συγκινητικό μυθιστόρημα, ύμνος στην πρώτη, ατελέσφορη, αγάπη. Η μετάφραση από τα αγγλικά της Κατερίνας Σχινά αποδίδει εξαιρετικά την ποιητικότητα και την ευαισθησία του μυθιστορήματος.


Δημοσίευση : Η εποχή των βιβλίων



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Αναγέννηση της επανέκδοσης βιβλίων που είχαν εξαφανιστεί από τα ράφια




 Από το άρθρο      6 Small Press Editors Explain Why the Hottest New Thing in Lit Is Out-of-Print Books”, ο Cultured Magazine 

Το 2026 φαίνεται ότι η λογοτεχνική κοινότητα βιώνει — όχι απλώς μια μόδα — αλλά μια ουσιαστική αναγέννηση της επανέκδοσης βιβλίων που είχαν φανεί να έχουν εξαφανιστεί από τα ράφια. Στο άρθρο “6 Small Press Editors Explain Why the Hottest New Thing in Lit Is Out-of-Print Books”, ο Cultured Magazine παρουσιάζει συνομιλίες με επτά εκδοτικούς/εκδοτικούς παράγοντες που διαμορφώνουν αυτή την τάση, δείχνοντας πώς οι μικροί εκδότες και οι σειρές επανεκδόσεων προσφέρουν μια αντίστιξη στην ομοιομορφία της κυρίαρχης αγοράς βιβλίου.

Καθώς η μεγάλη εκδοτική βιομηχανία κατηγορείται για μονοτονία και υπερβολική εστίαση σε τάσεις τύπου BookTok, οι επανεκδόσεις έργων «εκτός κυκλοφορίας» αναδύονται ως στρατηγική για να φέρουν πίσω στο προσκήνιο περίεργες, άγριες και συναρπαστικές ιστορίες που δεν είχαν πάρει τον χώρο που άξιζαν — όχι ως μουσειακά τεκμήρια, αλλά ως ζωντανά, αναγνώσιμα κείμενα με σημασία για το σήμερα.

Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτής της σκηνής είναι η McNally Editions, μια νέα επανεκδοτική πινακίδα που ξεκίνησε το 2022 από την Sarah McNally – με τους Jeremy M. Davies και Lucy Scholes να αναζητούν, σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, τίτλους που έχουν χαθεί από την κυκλοφορία, και «καθιστώντας τον εκδότη περισσότερο ντετέκτιβ παρά παραδοσιακό αρχισυντάκτη». Το McNally έχει, για παράδειγμα, κάνει επιτυχία με επανεκδόσεις όπως το Ex-Wife, ένα βιβλίο που – γράφουν οι ίδιοι – «διαβάζεται σαν σύγχρονο μυθιστόρημα» παρά το γεγονός ότι είχε σβήσει από τα ράφια.

Μακροχρόνια ιδρύματα όπως η New York Review Books (NYRB Classics) έχουν ήδη μακρά παράδοση σε αυτή τη δουλειά. Ο ιδρυτής Edwin Frank θυμάται ότι όταν ξεκίνησε τη σειρά το 1999, υπήρχαν τόσα εξαιρετικά βιβλία εκτός κυκλοφορίας που το έργο του φαινόταν σχεδόν αυτονόητο. Σύμφωνα με τον Frank, η παραμέληση του backlist από τα μεγάλα εκδοτικά, λόγω εταιρικών απαιτήσεων και προσδοκιών κερδών, έκανε αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επείγουσα.

Ταυτόχρονα, πιο νέες ομάδες όπως η Hagfish, με ιδρύτριες τις Naomi Huffman και Julia Ringo, επιχειρούν να γεφυρώσουν το παρελθόν με το παρόν, επανεκδίδοντας έργα που εκπροσωπούν φιλόδοξα, σύνθετα φεμινιστικά γραψίματα και συνδέουν τις ιστορικές γραφές με σύγχρονες.

Η σειρά Modern Library Torchbearers, με την Clio Seraphim στο τιμόνι, εστιάζει στο να αναδεικνύει συγγραφείς που είχαν «βρει το cult κοινό τους πριν δεκαετίες», έργα που παραμένουν ενδιαφέροντα και σήμερα — από πειραματικά μυθιστορήματα ως γραφές που σε διαφορετική εποχή δεν έτυχαν αναγνώρισης.

Συνολικά, η τάση για επανεκδόσεις δείχνει πως η λογοτεχνική κοινότητα δεν έχει εγκαταλείψει την πίστη της στη βαθιά ανάγνωση, την τολμηρή γραφή και την επαναξιολόγηση του παρελθόντος. Αυτό που κάποτε θεωρούνταν «εκτός αγοράς» δεν είναι πλέον απλώς παλιό — είναι ένας τρόπος να επανεφεύρουμε τι σημαίνει να διαβάζουμε και να εκδίδουμε σήμερα.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Νεοδιορισμένος. Κείμενο από το περιοδικό "Η λέξη" 2003.

                                        Θεόδωρος Γρηγοριάδης 



                        Νεοδιορισμένος




Τον Σεπτέμβριο του 1982 δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες οι διορισμοί  καθηγητών σε δημόσια σχολεία όλης της χώρας.  Άνοιξα με λαχτάρα τις  σελίδες της «Μακεδονίας» ψάχνοντας με αγωνία το όνομά μου: ναι, υπήρχε! Δίπλα ακριβώς αναγραφόταν: «Νομός Έβρου», ένας νομός που δεν υπήρχε καν στις δηλωμένες επιλογές μου. Η εφημερίδα απέμεινε στα χέρια  μου, κολλημένη στην πίκρα των καπνόφυλλων που μάζευα το καλοκαίρι εκείνο. Ας μην ξεχνιόμαστε: για πολλά χρόνια υπήρξα αγρότης, μάζευα καπνά, ακόμη και όταν διορίστηκα στα σχολεία. 

 Ο νομός Έβρου είναι ένας από τους μεγαλύτερους νομούς της Ελλάδας. Μακρόστενος, έχει μήκος  160 χιλιόμετρα περίπου,  υπολογίζοντας πάντα  τα οδικά χιλιόμετρα και  βάζοντας μέσα τις στροφές και τις παρακάμψεις εκείνης της περιόδου. 

Παρουσιάστηκα στο Γραφείο Εκπαίδευσης της Αλεξανδρούπολης και από εκεί μου ανακοίνωσαν κάτι που δεν το είχα προσέξει: Στην «Β΄ Έβρου» είχα διοριστεί, όχι στην «Α’», πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να μετατοπιστώ εκατό χιλιόμετρα  βορειότερα, στην Ορεστιάδα. Μπαίνοντας στο τοπικό λεωφορείο του ΚΤΕΛ, λαχτάρισα. Είχα βρεθεί την ίδια περιοχή, πέντε χρόνια νωρίτερα, φτάνοντας σε ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του νομού, τα Δίκαια, εκεί όπου δούλευε μια φίλη μου δασκάλα.. Τότε ανέβηκα με το τρένο, που εισχωρούσε για λίγα χιλιόμετρα στην Τουρκική επικράτεια,  προτού τερματίσει στα Δίκαια. Στο χωριό αυτό, στάθμευαν τα τρένα της χώρας μας, κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που έτρεχε  παράλληλα με το ποτάμι.

Στο Γραφείο Εκπαίδευσης της Ορεστιάδας  μου ανακοίνωσαν ότι υπήρχαν αρκετά «κενά» καθηγητών αγγλικής σε σχολεία της περιοχής. Τα περισσότερα ήταν γυμνάσια και, ανάμεσά τους, ένα εξατάξιο γυμνάσιο και λύκειο μαζί,  στα Δίκαια! Θυμήθηκα το γραφικό χωριό, είχα μείνει  μια βραδιά, έλεγξα και τα υπόλοιπα χωριά που μου φάνηκαν πολύ πιο μικρά. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μια χαρά να μένω στην Ορεστιάδα και να πηγαινοέρχομαι στα Δίκαια και κάπως έτσι αποδέχτηκα  την τοποθέτησή μου στο Τρίγωνο, όπως αποκαλείται η ευρύτερη περιοχή. 

Μπαίνοντας στο επόμενο τοπικό λεωφορείο για τα Δίκαια,   αντιλήφθηκα ότι η μετακίνηση δεν θα ήταν καθόλου βολική. Εβδομήντα και βάλε χιλιόμετρα στενού οδικού δρόμου και άβολα δρομολόγια τρένων. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγκατασταθώ στο χωριό, κάτι που μου είχαν αποκρύψει με πονηριά στο Γραφείο.  

Πάντως το σχολείο με αποζημίωσε με τη θέση του.  Ήταν χτισμένο  στην αρχή του χωριού, πάνω σε ένα ύψωμα που κατηφόριζε προς το ποτάμι. Απλό, κτίριο, φωτεινό, σχετικά καινούργιο’  και μια μεγάλη   αυλή απ’ όπου αντίκριζες ένα συναρπαστικό τοπίο: το ποτάμι με τις κατάφυτες νησίδες του, τις όχθες του, φορτωμένες με ιτιές, τα  μικρά χωριουδάκια, τα ορθωμένα παρατηρητήρια και φυλάκια. Κάπου, στο σημείο εκείνο,  συναντιόντουσαν τρεις χώρες: Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βουλγαρία. Το αποκαλούμενο «Τριεθνές». 

Λογικά, όταν γειτονεύεις με δύο ξένες χώρες, πρέπει να αισθάνεσαι περισσότερο κοσμοπολίτης. Σε σχέση, πάλι, με την πρωτεύουσα την Αθήνα, βρισκόμουν χίλια χιλιόμετρα ενδότερα στην ευρωπαϊκή  ήπειρο. Γιατί λοιπόν, όλες εκείνες οι απειλές  του τύπου «κάτσε καλά γιατί θα σε στείλω στον Έβρο;» Άσε που δεν ήταν καν δύσβατος ο νομός,  αλλά ένα απέραντος πεδινός τόπος. Όμως το ελληνικό κράτος, που ανέκαθεν στηρίχτηκε  σε συγκεντρωτικές δομές,  αρνείται ακόμη και σήμερα να αντιληφθεί τα αληθινά όρια της επικράτειάς του.

Κάτω από την πλαγιά του σχολείου απλώνονταν τα σπίτια του χωριού, χαμηλές μονοκατοικίες,  με κεραμιδένιες σκεπές, κήπους, μπαχτσέδες, αυλές, αποθήκες, σταθμευμένα τρακτέρ, ανοιχτωσιές. Ζώα παντού, μυρωδιές κάθε λογής, λάσπες, σκόνη.   Με έναν ακόμη νεοδιόριστο καθηγητή της Φυσικής, από την Αλεξανδρούπολη, νοικιάσαμε ένα σπίτι που οι ιδιοκτήτες του μετανάστευσαν στη Γερμανία. Ήταν μια μονώροφη κατοικία,  με  υπόγεια και αποθήκες από κάτω. Για θέρμανση βάλαμε μία ξυλόσομπα στην κουζίνα και σόμπες πετρελαίου στα δωμάτια. 

Ξαναγύρισα στο πατρικό μου στο Παλιοχώρι, για να κουβαλήσω την «οικοσυσκευή» μου. Οκτώ ώρες διαδρομή Παγγαίο-Δίκαια, με ένα ανοιχτό αγροτικό αυτοκίνητο. Στην καρότσα στοιβάζονταν κομμένα καυσόξυλα, ένα ασήκωτο μεταλλικό  γραφείο, δώρο του πατέρα μου, μια ξύλινη βιβλιοθήκη, το πρώτο μου στερεοφωνικό, κουρελούδες, βελέντζες, κουβέρτες και μια κούτα πολύτιμα βιβλία. Ο πατέρας μου στο τιμόνι, η μάνα μου, στριμωγμένη δίπλα μου, να μισοκλαίει, «πού το πάνε το παιδί;» κι εγώ με μια γλυκιά αγωνία για τον καινούργιο μου ρόλο. 

Στη διαδρομή ο αέρας ξεσήκωνε τις κόκκινες βελέντζες και τα νάιλον προστατευτικά σκεπάσματα και η είσοδός μου στο Τρίγωνο δεν ήταν ιδιαίτερα θριαμβευτική με τόσα καλαμπαλίκια, πάνω σε ένα κατακίτρινο ISUZU. Ξεφορτώνοντας τα πράγματα, μέσα από το συρτάρι του γραφείου, πετάχτηκε μια μαύρη γάτα η οποία κουβαλήθηκε, άθελά της, από τις πλαγιές του Παγγαίου στην υγρή κοιλάδα του Έβρου. Εξαφανίστηκε επί τόπου, δεν άντεξε την μετανάστευση, η κακομοίρα!

Στην αυλή του σπιτιού τριγύριζαν  οι λυγερές γαλοπούλες, οι περίφημες «μπιμπίνες», στην ντοπιολαλιά. Κάθε πρωί ο συγκάτοικός μου άνοιγε το παράθυρο και τις σφύριζε συνθηματικά. Εκείνες  ανταπαντούσαν όλες μαζί, ενθουσιασμένες. Ήταν τα κορίτσια μας. Τηλεόραση δεν είχαμε,  ελληνικό ραδιόφωνο δεν ακουγόταν’ μόνον ο διπλανός μας, ένας νεαρός σιδηροδρομικός υπάλληλος από τον Ίασμο Κομοτηνής, κατάφερνε να πιάνει την ΕΡΤ1 και έτρεχα σ’ εκείνον, κάθε Πέμπτη βράδυ, να δω την βρετανική σειρά «Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ» που στηριζόταν πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίβλιν Βο. 

 Άρχισα να διαβάζω, με τις ώρες, δίπλα στο παράθυρο, κοντά στην ξυλόσομπα ή πάνω στο παλιό σιδερένιο κρεβάτι  που υπήρχε ήδη από παλιά. Νομίζω ότι εκείνη την χρονιά τελείωσα όσο  Προυστ είχε μεταφραστεί και άρχισα να γράφω τα πρώτα μου πεζά κείμενα. Όταν το σώμα μου πιεζόταν, έβαζα αθλητική φόρμα και έτρεχα στο ανάχωμα του ποταμού, παρέα με τις περιπολίες των φαντάρων ή γυμναζόμουν χορεύοντας πάνω στο μωσαϊκό στο χολ του σπιτιού. Η ταχυδρομική παραλαβή του  δίσκου του Bowie, “Let’s dance” σήμαινε ξέφρενο πάρτι κόντρα στα τσαλίμια του Αηδονίδη. 

Μικρός ο τόπος, οι ντόπιοι μας ήξεραν καλά, άλλωστε ήμασταν δώδεκα νεοδιορισμένοι καθηγητές. Κάθε ειδύλλιο καταγραφόταν, κάθε σπίτι παρακολουθιόταν διακριτικά. Σοβαρά και ευχάριστα γεγονότα αποτελούσαν κοινό θέμα, έτσι ζούνε στα χωριά, μαλώνουν, αγαπιούνται αλλά είναι σίγουροι ότι δεν ζούνε μόνοι τους. Αρκετοί ντόπιοι, γονείς μαθητών, μας καλούσαν να φαμε τις Κυριακές ή μας κουβαλούσαν με τα αγροτικά τους     στις ταβέρνες γειτονικών χωριών, όπου καταβροχθίζαμε  νοστιμότατα κρέατα. Τα μεσημέρια τρώγαμε σε μαγειριό, ένα μαγαζάκι δίπλα στις ράγες του τρένου ’ εκεί ήμασταν συνήθως, μόνον αρσενικοί: αστυνομικοί, έφεδροι αξιωματικοί, δάσκαλοι, περαστικοί. 

Η καθημερινότητα του σχολείου κυλούσε ήρεμα. Δίδασκα έξι ώρες τη μέρα, τριάντα ώρες την εβδομάδα σε όλα τα τμήματα! Απέκτησα το πρώτο μου βαθμολόγιο και το δικό μου γραφείο καθηγητού. Βαθμολογούσα και συναντούσα τους γονείς των μαθητών και χαιρόμουν να ακούω τη βαριά θρακιώτικη προφορά. Τα παιδιά   παραμένουν οι ιδανικότεροι μαθητές μου μέχρι και σήμερα. Προσγειωμένοι χαρακτήρες, αγροτόπαιδα, χωρίς μικροαστικές νευρώσεις, με χιούμορ, έτοιμα να αρπάξουν την παραμικρή πληροφορία που είχες να τους δώσεις. Η σύγκριση με τους σημερινούς μαθητές, και ειδικά αυτούς των αστικών κέντρων, είναι αδιανόητη. Βέβαια, τότε, κι εγώ, φυσιογνωμικά μόλις που ξεχώριζα ανάμεσά τους. Άσε που ήμουν και ο πρώτος «μοντέρνος»  καθηγητής γυμνασίου που   φόρεσε  αθλητικά παπούτσια  σε δημόσιο σχολείο! 

Η χρονιά κύλησε ήρεμα. Δημιουργήσαμε μια σχολική ομάδα θεάτρου και ανεβάσαμε το κωμειδύλλιο «Η απαγωγή της Σμαράγδως». Το έργο ανέβηκε ως μιούζικαλ με ντόπια μουσική. Κάθισα και διασκεύασα το έργο ώστε να παίξουν  διπλάσιοι μαθητές, από την προβλεπόμενη διανομή, αφού ήθελαν να συμμετάσχουν όλοι. Οι παραστάσεις δόθηκαν σε ένα νεόδμητο πολιτιστικό κέντρο που είχε μικρή σκηνή και πλατεία κι εγώ παρακάλεσα τον  σκηνογράφο Κώστα Βελινόπουλο,  να έρθει εθελοντικά από την Αθήνα να μας φτιάξει σκηνικά και κοστούμια. Ήταν τόση η επιτυχία του έργου που  δόθηκαν επί πλέον παραστάσεις και μας κάλεσαν να παίξουμε σε γειτονικά στρατόπεδα που ήταν περισσότερα και από τα χωριά. Κανείς   στον τόπο δεν θυμόταν μια τέτοια παράσταση, κι ας είχαν περάσει ακόμη και περιφερόμενοι κρατικοί θίασοι.

Πράγματι δενόμασταν με τους ανθρώπους όλο και περισσότερο. Μια καθηγήτρια της Βιολογίας αρραβωνιάστηκε με έναν τεχνίτη της ΔΕΗ, ένας υποχόνδριος φιλόλογος υποτροπίασε  πυροβολώντας με καραμπίνα μέσα στα νεκροταφεία. Ο συγκάτοικός μου έφερε την γκόμενά του, από την Αλεξανδρούπολη, της οποίας οι ερωτικές κραυγές ξεπερνούσαν  την χορωδία των «μπιμπίνων»  και των γλυκύτατων χοιριδίων μαζί που γρύλιζαν απρόσκοπτα κάτω απ’ τα παραθύρια. 

Όταν χιόνισε, επί δέκα μέρες πάγωσαν τα πάντα, ποτάμι και δρόμοι έγιναν μια γυάλινη πίστα, η ομίχλη  ήταν αδιαπέραστη. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκα, νόμισα ότι ζούσα σε έναν άγνωστο τόπο. Ήμουν μόνος στο σπίτι. Η υγρασία μούσκευε ακόμη και τους τοίχους. Αρρώστησα με βαρύ πυρετό. Ένας μαθητής της τρίτης λυκείου με επισκέφτηκε στο κρεβάτι του πόνου λέγοντάς μου ότι τον έστειλε η μάνα του να μου τρίψει την πλάτη. Κρατούσε στα χέρια του ένα μπουκαλάκι με πετρέλαιο και λάδι και, αφού σκαρφάλωσε στο παλιοκρέβατο, πυρπόλησε την ήδη φλεγόμενη πλάτη μου!


Στο τέλος της χρονιάς συνόδευσα τους μαθητές μου στην σχολική εκδρομή σε ένα απίστευτο οδοιπορικό: ο γύρος της Ελλάδα σε επτά μέρες! Άξιζε μια τέτοια δοκιμασία, γιατί εκτός από το ήθος τους, πολλά παιδιά θα έβγαιναν για πρώτη φορά έξω από το χωριό τους. Ο γκόμενος μιας καστανόξανθης θρακιώτισας μας ακολούθησε απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, πάνω σε μια μηχανή, μην την χάσει λεπτό από τα μάτια του.   Στο λεωφορείο χορεύαμε, μεθούσαμε, τραγουδούσαμε. 

Όμως, εγώ, ζήτησα μετάθεση. Επόμενη θέση στο Διδυμότειχο. Ήθελα να έχω μια καθημερινή εφημερίδα, έναν κινηματογράφο, μια πιο προσωπική ζωή. Φεύγοντας από το χωριό έβαλα τα κλάματα, πάντα έκλαιγα όταν έκλεινα πίσω μου μια πόρτα σε κάθε πόλη όπου δούλευα και δεν ήταν και λίγες. 

Φέτος το καλοκαίρι αποφάσισα να επισκεφτώ τα Δίκαια, κατευθυνόμενος προς την Αδριανούπολη, μια πόλη που γνώρισα και αγάπησα από τότε. Ξεκίνησα και πάλι από το Παλιοχώρι και έφτασα στα Δίκαια σε λιγότερο από τέσσερις ώρες, οδηγώντας πια πάνω σε μια απίστευτη διαδρομή, της  καινούργιας Εγνατίας οδού. Άφηνα πίσω και πλάι μου όλα εκείνα τα παλιά μέρη, τα χωριουδάκια, τις απρόβλεπτες στροφές και τις γλυκές ανάπαυλες κάτω από δέντρα. Το χωριό μου φάνηκε ανέπαφο, όμως απόμακρο για τις μεταλλαγμένες διαθέσεις μου. Δεν ήμουν πια εδώ. Στο Γυμνάσιο τα παιδιά έγραφαν εξετάσεις και ούτε που μπήκα μέσα. Κατέβηκα στην πλατειούλα σαν ξένος. Δεν άντεξα ούτε δέκα λεπτά, έφυγα πίσω πανικόβλητος, χωρίς καν να πιω ένα καφέ. 

Σήμερα που διδάσκω στα αθηναϊκά λύκεια, νοσταλγώ τα πρώτα χρόνια του σχολείου, όταν είσαι μαθητής ανάμεσα σε μαθητές. Όταν μετράει να είσαι  δάσκαλος και το βράδυ νοιάζεσαι για την επόμενη σχολική μέρα. Σήμερα που το δημόσιο ελληνικό σχολείο περνάει μεγάλη κρίση  και ο ουρανός μου σκεπάζεται από φρουτοειδείς οικοδομές ανατριχιάζω σκεπτόμενος τα σχολεία της επαρχίας. Χτισμένα στις άκρες των χωριών, ανάμεσα στα χωράφια, ανάμεσα στα δέντρα, ενταγμένα στη φύση, κομμάτι του ανοιχτού ορίζοντα (στο Γυμνάσιο Πολύσιτου Ξάνθης, επιστρέφοντας στο σχολείο έναν Σεπτέμβριο, βρήκαμε το σχολείο πνιγμένο απ’ τις χασισιές που μεγάλωσαν αυτοφυώς: κλήθηκε  η αστυνομία να κάψει τα ανυπάκουα φυτά κι εμείς φύγαμε όλοι  μαστουρωμένοι από τις αναθυμιάσεις...) 

Πόσο λαχταράω να κλειδώσω το διαμέρισμά μου και να μπω στο αυτοκίνητο για το επόμενο σχολείο. Όμως πολύ φοβάμαι,  όπου και να πάω τώρα πια, δεν θα είμαι  ένας νεοδιόριστος. Θα συναντήσω  μονοθέσια σχολεία, μισοάδεια χωριά και μια θλιμμένη   επαρχία που κανένας δεν στήριξε  την πολύτιμη αυτονομία της.    




Περιοδικό ‘η λέξη’, τεύχος 175, αφιέρωμα «ιστορίες από το σχολείο», Μάιος-Ιούνιος 2003.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Βρασίδας Καραλής «Τα μπλουζ της οδού Γκλιμπ Πόιντ», μετάφραση: Σοφία Τρουλλινού, εκδόσεις Petites Maisons, 2025

Γράφει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης 



Σε έναν από τους παλαιότερους ιστορικούς δρόμους του Σίδνεϊ διαδραματίζεται το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή. Στην οδό Γκλιμπ Πόιντ, πρωτοήρθαν Έλληνες και Ιταλοί, άνοιξαν μαγαζιά, και στο πέρασμα του χρόνου έγινε πέρασμα και καταφύγιο πολλών εθνικοτήτων. Ξενόφερτοι, εκκεντρικοί, εκπατρισμένοι, παραβατικοί. Κάθε χαρακτήρας και μια ιστορία, κάθε ιστορία και ένα κεφάλαιο.

Μέσα από την πρωτογονική του μοναδικότητα, όπως τη χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, ο Δρόμος εκπροσωπεί τη νέα ήπειρο με τις αντιφάσεις, τις ευκαιρίες, την επαναδιατύπωση παλαιογενών αντιλήψεων. Ο παλιός εαυτός εδώ καταστρέφεται και αναδομείται με αναπάντεχες προσμίξεις φυλών και νοοτροπιών. Οι χαρακτήρες του Καραλή επαναδιαπραγματεύονται τις θεωρίες και τα σοφίσματα του παλιού κόσμου, σαρκάζουν τις μεταμοντέρνες αφηγήσεις. Στο διαχρονικό χωνευτήρι, ξεστομίζονται φιλοσοφικά ρητά, γίνονται παραπομπές σε αποκρυφιστικά βιβλία, σε μεσαιωνικά και κωδικοποιημένα χειρόγραφα, σε μυστικές βιβλιοθήκες, σε οραματικά και παραληρηματικά συμβάντα όπου ο Δάντης, ο Μπλέικ και ο Βιργίλιος τρεκλίζουν στα πεζοδρόμια του Δρόμου προφητεύοντας. Στη μέση της οδού, στις άκρες των πεζοδρομίων, κάτω από τη γέφυρα ή κοντά στις προβλήτες σωριάζονται θρυμματισμένα σώματα, ξεψυχούν μεθυσμένοι άγγελοι που θέλησαν να πετάξουν και τσακίστηκαν επί της γης.

Ο βέλγος Πασκάλ που έχει το καφέ, εραστής της μάνας του, ο κρεοπώλης Κον από τη Σάμο, ο Πιτ ο μαύρος, η Κάρολ που ζει επαιτώντας, ο φιλόσοφος Στιβ, ο χίπης Όμπι, γκουρού των κοινοβίων της δεκαετίας του ’60 με τις εννέα γυναίκες. Ο Άλκης, το κακοποιημένο αγόρι από τη Βόρεια Ελλάδα, που τον πάσαραν ο αδελφός και ο πατέρας του στους άντρες των γειτονικών χωριών, ο Απόλλωνας που εκδιώχθηκε από την Κωνσταντινούπολη το ’55 και άκουγε Ζεκί Μουρέν, ο Τζόζεφ που ντυνόταν Λόρα και βρέθηκε σφαγμένος, ο Μαρωνίτης Σαρμπέλ, μεγαλόπνοος ποιητής χωρίς έργο, ο εβραίος Μεναχέμ που δραπέτευσε από το Ιράκ. Στην Αυστραλία, στο Σίδνεϊ, στον δρόμο Γκλιμπ Πόιντ, στον αχανή μακρόκοσμο και μικρόκοσμο μαζί, όλοι και όλες συναντιούνται και συνευρίσκονται, αλλά και χάνονται ανεξήγητα, ξεχνάνε το παρελθόν αλλά και ξεχνιούνται, σαν να τους καταβροχθίζει ο Δρόμος που κατά καιρούς αποκτάει μια μετα-αποκαλυπτική διάσταση στα τρελαμένα μάτια και τις διαταραγμένες συνειδήσεις τους. «Το περπάτημα στον Δρόμο μεταμορφώνει τα πάντα σε αποκάλυψη».

Και ανάμεσά τους ο ξενιτεμένος Μίστερ Γκρικ, αδιόρατος συνδετικός κρίκος που, αντί να εδραιώνει τη συγγραφική του περσόνα, αποσύρεται από το αφηγηματικό κέντρο και υπερίπταται ως φτερωτός άγγελος της Ιστορίας. Η πολυεστιακή αφήγηση οδηγεί σε ένα πολυφωνικό κρεσέντο φωνών και φευγαλέων δράσεων που μετακυλίονται από τη μια ιστορία στην άλλη. Το βιβλίο διαχωρίζεται σε δύο μέρη, δύο πράξεις, πρόζα και ποίηση, πεζό και ωδή. Βασικό, όμως, μοτίβο παραμένει ο ξεριζωμός των ανθρώπων, όπου το μοναδικό τους λιμάνι είναι το σώμα τους. Τον τρόπο που επιλέγει να αναπτύξει το θέμα του ο συγγραφέας τον αποκαλεί, στον επίλογο, «διαισθητικό ρεαλισμό».

Ο Βρασίδας Καραλής, καθηγητής Βυζαντιών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, διδάσκει τα ελληνικά γράμματα στο εξωτερικό, μελετάει συστηματικά τον Καζαντζάκη, τον Σολωμό κ.ά., έχει επιμεληθεί τόμους για φιλοσόφους (Χάιντεγκερ, Άρεντ, Καστοριάδης), γράφει βιβλία για τον ελληνικό κινηματογράφο και υβριδικά πεζά, με το προνόμιο να σκέφτεται και να γράφει και στις δύο γλώσσες. Το πρόσφατο Σφερδούκλια στο κεφάλι, τα ιστορήματα της Διονυσίας (εκδ. Δώμα) αναφέρεται στη γιαγιά του στην Κρέστενα, στις ρίζες του, και είναι γραμμένο στα ελληνικά. Τα Μπλουζ της οδού Γκλιμπ Πόιντ μεταφράστηκαν όμορφα από τη Σοφία Τρουλλινού. Η ελληνική έκδοση είναι αφιερωμένη στον Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ, τον αδικοχαμένο του σύντροφο για τον οποίο έγραψε το σπαρακτικό κείμενο Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ (μτφ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. LIFO)[1]. Έχοντας μεγάλα αποθέματα φιλοσοφικής παιδείας και παίδεψης στα γράμματα, ο Βρασίδας Καραλής μάς δείχνει τον δρόμο να βαδίσουμε πάνω στα δικά του «μονοπάτια των τραγουδιών».


Σημείωση:

1. https://epohi.gr/articles/epistolh-pollon-dakryon/


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ των βιβλίων τον Οκτώβριο 2025


Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts

  Η κριτική του The New Republic για το νέο memoir της Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts , επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα...